Πεζοπορώντας στο φαράγγι του Βερντόν (Verdon)

Γεράσιμος Κακολύρης

Το Φαράγγι του Βερντόν (Gorge du Verdon ή Grand Canyon du Verdon) βρίσκεται στη νοτιοανατολική Γαλλία. Απέχει περίπου 170χλμ. από τη Μασσαλία και 135χλμ. από την Αιξ-αν-Προβάνς (Aix-en-Provence). Έχει μήκος περίπου 25χλμ., ενώ οι κάθετοι ασβεστολιθικοί βράχοι του φτάνουν τα 700μ. ύψος. Δημιουργήθηκε από τη διάβρωση που προκάλεσε ο ποταμός Βερντόν στα ασβεστολιθικά πετρώματα επί εκατομμύρια χρόνια. Το χαρακτηριστικό γαλαζοπράσινο χρώμα οφείλεται στα παγετωνικά νερά που τροφοδοτούν τον ποταμό και στα πολύ λεπτά αιωρούμενα σωματίδια ασβεστόλιθου και άλλων ορυκτών που αντανακλούν το φως. Το φαράγγι αποτελεί μέρος του Περιφερειακού Φυσικού Πάρκου του Βερντόν (Parc naturel régional du Verdon). Σε αυτό συναντώνται γυπαετοί και όρνια (τρία από τα τέσσερα είδη γυπών της Γαλλίας φωλιάζουν στην περιοχή), χρυσαετοί, αγριόγιδα, αγριογούρουνα, καθώς και πλήθος ενδημικών φυτών που αναπτύσσονται στους ασβεστολιθικούς βράχους.

Το φαράγγι του Βερντόν

Το φαράγγι καταλήγει στην τεχνητή Λίμνη Σαιντ-Κρουά (Lac de Sainte-Croix), η οποία δημιουργήθηκε το 1973 από την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος, με συνέπεια τη βύθιση του ιστορικού χωριού Λε Σαλ-συρ-Βερντόν (Les Salles-sur-Verdon) του οποίου οι κάτοικοι μετεγκαταστάθηκαν σε νέο οικισμό ψηλότερα. Το σημείο όπου το στενό φαράγγι ανοίγει και συναντά τη λίμνη βρίσκεται κοντά στη Γέφυρα του Γκαλετά (Pont du Galetas). Από τις πολλές παραλίες της λίμνης, η γνωστότερη είναι η Πλαζ ντυ Γκαλετά (Plage du Galetas), δίπλα στην ομώνυμη γέφυρα. Από εκεί μπορεί κανείς να νοικιάσει κανό, καγιάκ ή υδροποδήλατο και να εισέλθει για λίγα χιλιόμετρα μέσα στο φαράγγι από την πλευρά της λίμνης. Δυστυχώς, δεν μπορεί να προσεγγίσει κανείς με λεωφορείο τη λίμνη και τα χωριά της, γι’ αυτό και δεν μπόρεσα να την επισκεφτώ.

Το Βερντόν θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αναρριχητικούς προορισμούς στον κόσμο. Διαθέτει περισσότερες από 1.500 αναρριχητικές διαδρομές σε εξαιρετικής ποιότητας ασβεστόλιθο και συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξη της σύγχρονης αθλητικής αναρρίχησης από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο σύντομα βίντεο ή φωτογραφίες με τον «Γάλλο Spider-Man»Αλέν Ρομπέρ (Alain Robert, γενν. 1962) να σκαρφαλώνει σε κάποιο βράχο του φαραγγιού free solo.

Στα σοκάκια της Αιξ-αν-Προβάνς

Στην περιοχή του Βερντόν έφτασα με λεωφορείο από τη γραφική, ιστορική πόλη της Αιξ-αν-Προβάνς, όπου κι έμεινα μερικές μέρες. Η Αιξ-αν-Προβάνς, με πληθυσμό 150.000 κατοίκων, φημίζεται για τα στενά της δρομάκια, τις πλατείες με τα καφέ, τα περισσότερα από εκατό σιντριβάνια και τα κομψά αρχοντικά του 17ου και 18ου αιώνα. Η πόλη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ζωγράφο Πωλ Σεζάν (1839-1906), ο οποίος γεννήθηκε και έζησε εκεί. Το φως της Προβηγκίας και το τοπίο γύρω από το όρος Σαιντ-Βικτουάρ (Montagne Sainte-Victoire) ενέπνευσαν μερικούς από τους σημαντικότερους πίνακές του. Συνεδριακές υποχρεώσεις δεν μου επέτρεψαν να περπατήσω στο βουνό ή να επισκεφτώ κάποιο από τα οικήματα που συνδέονται με τη ζωή και το έργο του Σεζάν, όπως το εργαστήριό του (Atelier Cézanne). Αλλά και οι όμορφες πόλεις Αβινιόν και Αρλ, που βρίσκονται σχετικά κοντά, παρέμειναν άπιαστο όνειρο. Με την Αιξ-αν-Προβάνς συνδέεται και ο Εμίλ Ζολά (1840-1902), ο οποίος πέρασε εκεί τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και ανέπτυξε στενή φιλία με τον Σεζάν.

            Πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου προς το μικρό, γραφικό χωριό Λα Παλύ-συρ-Βερντόν (La Palut-sur-Vernon), το οποίο χρησιμοποίησα ως βάση για τις εξορμήσεις μου, κατέβασα την εξαιρετικά χρήσιμη εφαρμογή Zou (Région SUD Provence-Alpes-Côte d’Azur) για την ανεύρεση των δρομολογίων των λεωφορείων. Το χωριό, το οποίο βρίσκεται σε υψόμετρο 930μ. και έχει 150 κατοίκους, χαρακτηρίζεται από το όμορφο φυσικό τοπίο που το περιβάλει, την ηρεμία του και τα στενά, δαιδαλώδη σοκάκια του. Αν και μετέφερα μαζί μου κατασκηνωτικό εξοπλισμό για να καταλύσω σε ένα από τα δύο κάμπινγκ του χωριού, τελικά αποφάσισα να ενδώσω στην πολυτέλεια ενός στρώματος, όταν ανακάλυψα την ύπαρξη του ήσυχου και φιλικού Hostel du Canyon (28€ η διανυκτέρευση). Το Hostel βρίσκεται περίπου 500μ. από το κέντρο του χωριού, στην κορυφή ενός υψώματος με ωραία θέα προς το χωριό και τη γύρω περιοχή. Το φαγητό ήταν καλό, αν και ο τετράκλινος κοιτώνας ήταν μικρός και χωρίς κλιματισμό.

Το μονοπάτι Μπλαν-Μαρτέλ

Δύο μεγάλα μονοπάτια διατρέχουν το φαράγγι: το κλασικό μονοπάτι Μπλαν-Μαρτέλ (Sentier Blanc-Martel) και το μονοπάτι του Εμπύ (Sentier de l’Imbut). Το Μπλαν-Μαρτέλ διατρέχει το φαράγγι σε μήκος περίπου 15χλμ. κατά μήκος της δεξιάς όχθης του ποταμού, από την είσοδο του φαραγγιού στο Πουέν Συμπλίμ (Point Sublime=Ύψιστο σημείο) έως το Σαλέ ντε λα Μαλίν (Chalet de la Maline). Αποτελεί μικρό τμήμα του πεζοπορικού άξονα GR4 (Grande Randonnée 4), ο οποίος συνδέει τον Ατλαντικό Ωκεανό με τη Μεσόγειο. Το μονοπάτι διαμορφώθηκε το 1928 από την Περιηγητική Λέσχη της Γαλλίας, ενώ το 1930 έλαβε το όνομα «μονοπάτι Μαρτέλ», προς τιμήν του σπηλαιολόγου Εντουάρ-Αλφρέντ Μαρτέλ (Édouard-Alfred Martel, 1859-1938), ο οποίος τον Αυγούστου του 1905 πραγματοποίησε την πρώτη συστηματική εξερεύνηση του φαραγγιού. Το 2005 μετονομάστηκε σε «μονοπάτι Μπλαν-Μαρτέλ», προς τιμήν του Ιζιντόρ Μπλαν (Isidore Blanc), δασκάλου από το Ρουγκόν (Rougon), ένα μικρό μεσαιωνικό χωριό χτισμένο στην είσοδο του φαραγγιού. Ο Μπλαν υπήρξε οδηγός του Μαρτέλ και αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη διάνοιξη, διαμόρφωση και συντήρηση του μονοπατιού. Το μονοπάτι ανακαινίστηκε ολοκληρωτικά κατά την περίοδο 2012-2013.

Το μονοπάτι του Εμπύ, μήκους 10χλμ., θεωρείται από πολλούς το εντυπωσιακότερο και δυσκολότερο του φαραγγιού. Μπορεί να φτάσει κανείς στη Πασερέλ ντε λ’ Εστελιέ (Passerelle de l’Estellié), απ’ όπου ξεκινά, είτε ακολουθώντας μέχρι αυτό το σημείο το μονοπάτι Μπλαν-Μαρτέλ με αφετηρία το Σαλέ ντε λα Μαλίν, είτε  κατεβαίνοντας το απότομο μονοπάτι Ντεσάντ ντε Καβαλιέ (Descente des Cavaliers) από τον δρόμο D71, κοντά στο πανδοχείο Ομπέρζ ντε Καβαλιέ (Auberge des Cavaliers), 15χλμ. από το Αιγκίν (Aiguines). Το μονοπάτι περνά πρώτα από τη Μεσκλά (Mescla), όπου ο  ποταμός Βερντόν ενώνεται με τον παραπόταμο Αρτυμπί (Artuby), και στη συνέχεια από το στενό βραχώδες πέρασμα της Στύγας (Styx), μέχρι το περίφημο Εμπύ, όπου τα νερά χάνονται κάτω από τεράστιους βράχους. Είναι σαφώς πιο απαιτητικό και τεχνικό από το Μπλαν-Μαρτέλ. Παραμένει κλειστό από το 2022 λόγω κατολισθήσεων.

Έτσι, το Μπλαν-Μαρτέλ αποτελεί ουσιαστικά τη μοναδική επιλογή για τον/την πεζοπόρο. Για πρακτικούς λόγους (ήλιος, υψομετρική διαφορά κ.ά.), η πεζοπορία πραγματοποιείται συνήθως αντιστρόφως, ξεκινώντας από το Σαλέ ντε λα Μαλίν με κατάληξη το Πουέν Συμπλίμ. Κατά τη θερινή περίοδο λειτουργεί ειδικό λεωφορείο (navette), το οποίο μεταφέρει το πρωί τους/τις πεζοπόρους από το Λα Παλύ-συρ-Βερντόν στο Σαλέ ντε λα Μαλίν και τους παραλαμβάνει το απόγευμα από το Πουέν Συμπλίμ. Η κράτηση και πληρωμή πρέπει να γίνουν εκ των προτέρων στον σύνδεσμο Navette Blanc-Martel. Επειδή σε αρκετά σημεία του το μονοπάτι είναι ολισθηρό, απαιτούνται καλά μποτάκια πεζοπορίας. Εξίσου απαραίτητα είναι περίπου δυόμισι λίτρα νερό, κάποια σνακ, καπέλο, αντηλιακό, καθώς και φακός για τη διάσχιση των τούνελ.

Τα γαλαζοπράσινα νερά του ποταμού Βερντόν

Το μονοπάτι δεν ακολουθεί την κοίτη του ποταμού, αλλά κινείται περίπου 20μ. ψηλότερα, κάτω από τη σκιά των δέντρων, τουλάχιστον για μεγάλο μέρος του. Υπάρχουν μικρές, μη σημασμένες παρακάμψεις που οδηγούν στις όχθες του ποταμού, απαιτούν όμως ιδιαίτερη προσοχή λόγω της μεγάλης κλίσης και της ολισθηρότητας του εδάφους· βέβαια, αξίζουν τον κόπο. Η σήμανση του μονοπατιού είναι διακριτική και επαρκής, χωρίς να έχουν τοποθετηθεί πινακίδες ανά εκατό μέτρα, όπως συμβαίνει κατά τόπους στη χώρα μας, δημιουργώντας την εντύπωση πως εξυπηρετούν περισσότερο τη δικαιολόγηση του υπέρογκου κόστους μιας εργολαβίας παρά τις πραγματικές ανάγκες των πεζοπόρων. Για το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής ήμουν εντελώς μόνος, βυθισμένος στο τοπίο, ακούγοντας μόνο το κελάιδισμα των πουλιών και το κελάρυσμα του ποταμού. Γενικά, μου αρέσει να πεζοπορώ μόνος. Οι συζητήσεις αποσπούν την προσοχή από το τοπίο, ενώ ακόμη και η απλή παρουσία άλλων ανθρώπων αλλοιώνει τη σχέση μαζί του. Η λήψη μιας φωτογραφίας, άλλωστε, απαιτεί χρόνο και ηρεμία, όχι την πίεση που δημιουργεί η παρουσία άλλων. Το να τραβήξεις μια φωτογραφία είναι μια μικρή ιεροτελεστία. Δεν αποτυπώνεις απλώς αυτό που βλέπεις. Επιλέγεις μια οπτική γωνία, εστιάζεις σε ό,τι θεωρείς ουσιώδες και συνθέτεις ένα κάδρο. Η φωτογραφία μάς μαθαίνει να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από κάδρα, να συνθέτουμε από αυτό που βλέπουμε μια ορισμένη εικόνα.

Η σκάλα της Μπρες Εμπέρ

Περίπου στο 6ο χλμ. της διαδρομής, στο Καρφούρ ντε λα Μεσκλά (Carrefour de la Mescla), μια σύντομη παρακαμπτήριο οδηγεί, ύστερα από περίπου δεκαπέντε λεπτά, στη Μεσκλά, το σημείο όπου ο Αρτυμπί συναντά τον Βερντόν. Στη συνέχεια, το μονοπάτι φτάνει σ’ ένα από τα εντυπωσιακότερα και θεαματικότερα σημεία της διαδρομής, την Μπρες Εμπέρ (Brèche Imbert), δηλαδή το «Ρήγμα του Εμπέρ», μια στενή φυσική σχισμή στον βράχο, η οποία διασχίζεται μέσω έξι μεταλλικών κλιμάκων με συνολικά 274 σκαλοπάτια που καλύπτουν υψομετρική διαφορά περίπου 100μ. Η Μπρες Εμπέρ πήρε το όνομά της από τον μηχανικό Ιβάν Εμπέρ (Iwan Imbert), ο οποίος σχεδίασε τη διάνοιξη του περάσματος και την κατασκευή των πρώτων μεταλλικών κλιμάκων τη δεκαετία του 1920. Το σημείο προσφέρει μοναδική θέα στο φαράγγι του Βερντόν, αν και μπορεί να δυσκολέψει όσους/-ες έχουν έντονη υψοφοβία.

Μετά την Μπρες Εμπέρ, το μονοπάτι κινείται δίπλα στο ποτάμι και διέρχεται από τις λεγόμενες «Παραλίες του Βερντόν» (Les Plages du Verdon), μια σειρά από μικρές βοτσαλωτές όχθες που αποτελούν ιδανικό μέρος για σύντομη στάση, ξεκούραση και δρόσισμα των ποδιών στα κρυστάλλινα ποταμίσια νερά. Η κολύμβηση απαγορεύεται λόγω των ισχυρών ρευμάτων και της πιθανότητας αιφνίδιας ανόδου της στάθμης του νερού. Γενικά, οι επισκέπτες καλούνται να παραμένουν στα σηματοδοτημένα μονοπάτια και να αποφεύγουν τη διέλευση μέσα από την κοίτη, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εύθραυστου υδάτινου οικοσυστήματος του απειλούμενου με εξαφάνιση ψαριού Άπρον του Ροδανού (Apron du Rhône ή Zingel asper). Το είδος αυτό ζει και αναπαράγεται ανάμεσα στα βότσαλα και τα χαλίκια της κοίτης.

Η θέα από το άνοιγμα του Τούνελ ντυ Μπαού

Στη συνέχεια, το μονοπάτι περνά κάτω από τις επιβλητικές ορθοπλαγιές του Λ’ Εσκαλές (L’Escalès), όπου οι κατακόρυφοι ασβεστολιθικοί βράχοι υψώνονται για εκατοντάδες μέτρα πάνω από τον Βερντόν. Το Λ’ Εσκαλές αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αναρριχητικά πεδία της Ευρώπης. Προς το τέλος της διαδρομής, το μονοπάτι συναντά τρία τούνελ, τα οποία διανοίχθηκαν το 1905 στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου υδροηλεκτρικού έργου που εγκαταλείφθηκε το 1909. Σήμερα, το πρώτο, το Τούνελ ντε Μπομ (Tunnel des Baumes), παρακάμπτεται από το μονοπάτι, ενώ οι πεζοπόροι διέρχονται υποχρεωτικά από το Τούνελ ντε Τρεσκαΐρ (Tunnel de Trescaïre), μήκους 110μ., και από το εντυπωσιακό Τούνελ ντυ Μπαού (Tunnel du Baou), μήκους 670μ., για τη διάσχιση του οποίου είναι απαραίτητος ο φακός. Περίπου στα 400μ. από την είσοδο υπάρχει ένα άνοιγμα στον βράχο με εκπληκτική θέα προς το φαράγγι.

Το τελευταίο τμήμα του μονοπατιού, πριν αρχίσει η κοπιώδης, λόγω ζέστης, ανάβαση προς το Πουέν Συμπλίμ, διέρχεται από το Κουλουάρ Σαμσών (Couloir Samson), δηλαδή «Διάδρομος του Σαμψών», ένα στενό πέρασμα που σηματοδοτεί τη δυτική είσοδο του φαραγγιού. Στο σημείο αυτό, ο ποταμός κυλάει ανάμεσα σε επιβλητικές κατακόρυφες ορθοπλαγιές. Το πέρασμα πήρε το όνομά του από το ιστορικό πανδοχείο «Ομπέρζ Σαμψών» (Auberge Samson), το οποίο βρισκόταν στην είσοδό του, εξυπηρετώντας τους πρώτους εξερευνητές και ταξιδιώτες του Βερντόν. Η διαδρομή από το Σαλέ ντε λα Μαλίν έως το Πουέν Συμπλίμ, με την παράκαμψη προς τη Μεσκλά, διαρκεί 6,5-7 ώρες και είναι μέτριας δυσκολίας.

Κοντά στο σημείο του φαραγγιού Défilé des Baumes-Fères

Από το Λα Παλύ-συρ-Βερντόν στο Μουστιέ-Σαιντ-Μαρί

Την επομένη, ξεκίνησα νωρίς το πρωί, πριν αρχίσει η ζέστη, προκειμένου να πεζοπορήσω ένα ακόμη τμήμα του GR4, μεταξύ του Λα Παλύ-συρ-Βερντόν και του Μουστιέ-Σαιντ-Μαρί (Moustiers Sainte-Marie), από τα ωραιότερα χωριά της Γαλλίας, χτισμένο αμφιθεατρικά ανάμεσα σε δύο επιβλητικούς ασβεστολιθικούς βράχους σε υψόμετρο 630μ. Το μήκος της διαδρομής είναι 17χλμ. και απαιτούνται 6,30-7 ώρες για την ολοκλήρωσή του. Η πορεία ξεκινά από το δημόσιο πλυσταριό του χωριού, ανηφορίζοντας στις νότιες πλαγιές του όρους Μπαρμπέν (Barbin, 1.561μ.). Η ανάβαση μέχρι το ψηλότερο σημείο της διαδρομής, τα 1350μ., είναι σχετικά ομαλή περνώντας μέσα από δάσος με αρκεύθους. Στη συνέχεια, το καλοσχηματισμένο μονοπάτι ακολουθεί ευθεία πορεία, κινούμενο σε υψόμετρο περίπου 1200μ., διασχίζοντας δάση από μαύρη πεύκη και οξιές. Στη διάρκεια της διαδρομής, είχα την τύχη όχι μόνο να ακούω διαρκώς το κελάιδισμα των πουλιών, αλλά να συναντήσω και δύο ζαρκάδια.

Η τεχνητή Λίμνη Σαιντ-Κρουά

Στα μισά περίπου της διαδρομής έκανε την εμφάνισή της η εντυπωσιακή Λίμνη Σαιντ-Κρουά. Στο Κολ ντε λ’ Αν (Col de l’Âne, 1094μ.), μπορούμε να εγκαταλείψουμε το GR4 και να ακολουθήσουμε σηματοδοτημένο μονοπάτι που κατηφορίζει προς τη γέφυρα Πον ντυ Γκαλετά για να επισκεφθούμε τη λίμνη και τις εκβολές του Βερντόν. Η διαδρομή είναι διάρκειας περίπου 2 ωρών, ενώ η απόσταση είναι 4,5χλμ., με μια κατάβαση 500-600μ. Στη συνέχεια,μπορούμε να πεζοπορήσουμε μια διαδρομή 7χλμ., η οποία θα μας φέρει στο Μουστιέ-Σαιντ-Μαρί. Εναλλακτικά, μπορούμε να πάρουμε ταξί ή να κάνουμε ωτοστόπ, κάτι που, όπως με πληροφόρησαν, είθισται στην περιοχή.

Ωστόσο, εγώ συνέχισα προς το Μουστιέ-Σαιντ-Μαρί, με τη χρονοβόρα κατάβαση της ολισθηρής πλαγιάς του βουνού να απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Στη συνέχεια, μετά το κυκλικό κόμβο Σαιν-Κλερ (Saint-Clair), ακολούθησα για λίγο τον ασφαλτόδρομο, εισήλθα σε χωματόδρομο και, περνώντας από την τοποθεσία Περάνγκ (Peyrengues), διέσχισα το ρηχό πέρασμα του ρέματος Μερ (gué de la Maïre) –όπου είχα την ευκαιρία να δροσίσω τα κουρασμένα μου πόδια– πριν φτάσω στο χωριό.

Το παρεκκλήσι Νοτρ-Νταμ ντε Μποβουάρ

Το πρώτο που αντικρίζεις φτάνοντας στο Μουστιέ, πέρα από τα πλήθη των τουριστών, είναι το παρεκκλήσι Νοτρ-Νταμ ντε Μποβουάρ (Notre-Dame de Beauvoir), χτισμένο σε έναν απόκρημνο βράχο που δεσπόζει πάνω από το χωριό και προσφέρει πανοραμική θέα. Η πρόσβαση γίνεται μέσω 262 πέτρινων σκαλοπατιών, που γυαλοκοπάνε από τα βήματα αμέτρητων προσκυνητών. Οι πρώτες αναφορές στο παρεκκλήσι χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα, όταν ήταν γνωστό ως Notre-Dame d’Entreroches («Η Παναγία ανάμεσα στους βράχους»). Το σημερινό κτίσμα οικοδομήθηκε κυρίως τον 12ο αιώνα σε ρωμανικό ρυθμό και επεκτάθηκε τον 14ο και τον 16ο αιώνα, αποκτώντας στοιχεία γοτθικής αρχιτεκτονικής. Από τον 17ο αιώνα αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα sanctuaires à répit («ιερά ανάπαυσης»). Γονείς έφερναν εκεί νεκρογέννητα βρέφη, ελπίζοντας ότι θα επανέρχονταν «για λίγο στη ζωή, ώστε να βαπτιστούν και να εισέλθουν στον Παράδεισο».

Πανοραμική θέα του χωριού

Το Μουστιέ, το οποίο αριθμεί σήμερα 700 κατοίκους, ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα από μοναχούς που εγκαταστάθηκαν σε μια σπηλιά στους απόκρημνους βράχους. Η ονομασία προήλθε από το λατινικό monasterium («μοναστήρι»). Κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε γύρω από την εκκλησία Νοτρ-Νταμ ντε λ’ Ασομπσιόν (Notre-Dame-de-l’Assomption), ενώ η οικονομία του στηριζόταν στους νερόμυλους που κινούνταν από τον χείμαρρο Αντού (Adou), ο οποίος εξακολουθεί να διασχίζει το κέντρο του χωριού. Χαρακτηριστικό σύμβολο του χωριού είναι το χρυσό αστέρι που κρέμεται ανάμεσα στους δύο επιβλητικούς βράχους από αλυσίδα μήκους 135μ., σε ύψος 227μ. Σύμφωνα με τον θρύλο, το τοποθέτησε ένας ιππότης ως τάμα όταν επέστρεψε σώος από τις Σταυροφορίες. Από τον Μεσαίωνα το αστέρι έχει αντικατασταθεί τουλάχιστον έντεκα φορές.

Το χωριό είναι ευρέως γνωστό για τη φαγιάνς του (faïence), ένα είδος λεπτόκοκκης εφυαλωμένης κεραμικής. Η εφυαλωμένη κεραμική είναι κεραμική που, μετά την πρώτη όπτηση (ψήσιμο), το κεραμικό αντικείμενο καλύπτεται με ένα λεπτό στρώμα υαλώδους επιστρώματος (υάλωμα ή σμάλτο) και ψήνεται ξανά σε υψηλή θερμοκρασία. Η παράδοση αυτή αναπτύχθηκε τον 17ο αιώνα, όταν ο αγγειοπλάστης Πιερ Κλερισί (Pierre Clérissy) τελειοποίησε την τεχνική του λευκού σμάλτου. Τα έργα του χωριού έγιναν τόσο περιζήτητα, ώστε στόλιζαν ακόμη και τα τραπέζια της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Σήμερα λειτουργούν ακόμη εργαστήρια που συνεχίζουν τη μακραίωνη παράδοση, ενώ υπάρχει και Μουσείο Φαγιάνς (Musée de la Faience) με περισσότερα από 300 εκθέματα.

Ύστερα από πολύωρη περιπλάνηση στα δαιδαλώδη σοκάκια και τα γραφικά γεφύρια του χωριού, και αφού κατάφερα να ξεχάσω το καπέλο μου στο Κέντρο Πληροφόρησης, πήρα το λεωφορείο της γραμμής για να επιστρέψω στο Λα Παλύ-συρ-Βερντόν. Σε όλη τη διαδρομή, το βλέμμα μου δεν χόρταινε να αγναντεύει τη λίμνη και το τμήμα του φαραγγιού που καταλήγει σε αυτήν, ένα κομμάτι του Βερντόν στο οποίο δεν μπορεί να φτάσει κανείς πεζός παρά μόνο με κανό ή υδρoποδήλατο.

Από το Βερντόν στη Μασσαλία

Το λεωφορείο από το Λα Παλύ-συρ-Βερντόν προς τη Μασσαλία αλλάζει στο χωριό Ριέζ (Riez). Εκεί, ενώ είχαμε ήδη επιβιβαστεί στο δεύτερο λεωφορείο, μια ηλικιωμένη κυρία διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει το κινητό της στο σπίτι και ζήτησε από τον οδηγό να της επιτρέψει να πάει να το πάρει, καθώς βρισκόταν πολύ κοντά. Ο οδηγός γύρισε προς τους επιβάτες και μας ρώτησε αν συμφωνούμε να την περιμένουμε. Όλοι απαντήσαμε καταφατικά και έτσι το λεωφορείο αναχώρησε για το δίωρο ταξίδι του με καθυστέρηση περίπου δέκα λεπτών. Το αναφέρω γιατί ήταν μια πράξη καλοσύνης, που, μαζί με το «Bonjour» και το «Merci» που οι άνθρωποι σου απευθύνουν σε κάθε ευκαιρία, δημιουργεί την εντύπωση ενός τρόπου συνύπαρξης όπου ο ένας αναγνωρίζει την παρουσία του άλλου, ακόμη και στις πιο σύντομες και φαινομενικά ασήμαντες συναντήσεις. Εντέλει, θα πρέπει να αποφασίσουμε για το τι είδος κοινωνίας θέλουμε: μια κοινωνία όπου ο καθένας ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον εαυτό του, αδιαφορώντας για την ύπαρξη του άλλου, ή μια κοινωνία όπου η παρουσία και οι ανάγκες του άλλου αναγνωρίζονται ακόμη και στις πιο μικρές πράξεις της καθημερινότητας.

Στα σοκάκια του Λε Πανιέ

Στη Μασσαλία κατέλυσα σε εξάκλινο κοιτώνα του σύγχρονου και καθαρού Meininger Hotel (50€ η διανυκτέρευση), με την ευχάριστη εσωτερική αυλή του, στη συνοικία Λα Ζολιέτ (La Joliette), λίγα μόλις λεπτά από το συγκοινωνιακό κέντρο Μαρσέιγ-Σαιν-Σαρλ (Marseille-Saint-Charles), όπου στεγάζονται ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός και ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων. Το Hostel βρίσκεται επίσης κοντά στην εμβληματική συνοικία Λε Πανιέ (Le Panier) και στο Παλιό Λιμάνι (Βιέ Πορ, Vieux-Port).

Η Μασσαλία, με περίπου 900.000 κατοίκους, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γαλλίας μετά το Παρίσι και το σημαντικότερο λιμάνι της χώρας στη Μεσόγειο. Η πόλη ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. από Έλληνες αποίκους της Φώκαιας, ιωνικής πόλης στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Η θέση ήταν ιδανική εφόσον διέθετε φυσικό λιμάνι, βρισκόταν κοντά στις εκβολές του Ροδανού και αποτελούσε πύλη επικοινωνίας ανάμεσα στη Μεσόγειο και την ενδοχώρα της Γαλατίας. Η Μασσαλία παρέμεινε ελληνική επί πέντε αιώνες.

Γκράφιτι στο Λε Πανιέ

Πολυεθνική, θορυβώδης και γεμάτη αντιθέσεις, η πόλη διατηρεί τον χαρακτήρα μεγάλου μεσογειακού λιμανιού, όπου διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικοί λαοί και πολιτισμοί συνυπάρχουν εδώ και αιώνες. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσαν οι επιβλητικές πολυκατοικίες του 19ου αιώνα, με τις συμμετρικές πέτρινες προσόψεις, τα σφυρήλατα μπαλκόνια και τα ψηλά παράθυρα. Πρόκειται για χαρακτηριστικά δείγματα ωσμανικής και εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής, που προσδίδουν στη Μασσαλία μια αστική μεγαλοπρέπεια. Δυστυχώς, το δικό μας σημαντικό λιμάνι, ο Πειραιάς, έχασε μεγάλο μέρος του νεοκλασικού αρχιτεκτονικού του πλούτου εξαιτίας των καταστροφών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Η εξέλιξη αυτή επιταχύνθηκε κατά τη δικτατορία (1967-1974), όταν ο διορισμένος δήμαρχος Πειραιά Αριστείδης Σκυλίτσης προχώρησε σε εκτεταμένες κατεδαφίσεις ιστορικών κτηρίων στο πλαίσιο έργων «εκσυγχρονισμού» της πόλης.

Η συνοικία Λε Πανιέ είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας ελληνικής Μασσαλίας. Αναμφίβολα είναι η συνοικία που γοητεύει περισσότερο όσους και όσες την επισκέπτονται. Τα στενά ανηφορικά σοκάκια, οι μικρές πλατείες, τα πολύχρωμα σπίτια και τα εργαστήρια καλλιτεχνών διατηρούν ακόμη τη γοητεία μιας παλιάς μεσογειακής γειτονιάς. Το Λε Πανιέ μου θύμισε σε αρκετά σημεία την αθηναϊκή Πλάκα. Ωστόσο, η Πλάκα είναι περισσότερο προσανατολισμένη στον τουρισμό, με πολλά εστιατόρια, καταστήματα και ανακαινισμένες κατοικίες ευπόρων. Αντιθέτως, το Λε Πανιέ, παρά την τουριστική του ανάπτυξη, διατηρεί ακόμη περισσότερα ίχνη καθημερινής ζωής, όπως απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια, μικρά παντοπωλεία, έντονη παρουσία της street art και κατοίκους που εξακολουθούν να ζουν και να χρησιμοποιούν τη γειτονιά ως τον φυσικό χώρο της καθημερινότητάς τους.

Πανοραμική θέα της Μασσαλίας

Το Παλιό Λιμάνι αποτελεί την ιστορική καρδιά της Μασσαλίας. Εδώ αποβιβάστηκαν οι Έλληνες άποικοι, ενώ για περισσότερους από είκοσι αιώνες υπήρξε το εμπορικό και ναυτικό κέντρο της πόλης. Σήμερα, που οι μεγάλες λιμενικές δραστηριότητες έχουν μεταφερθεί αλλού, το Βιέ Πορ λειτουργεί κυρίως ως μαρίνα και χώρος αναψυχής, με τις μεγάλες πεζοδρομημένες προκυμαίες του να σφύζουν από ζωή. Στη είσοδο του λιμανιού υπάρχουν δύο επιβλητικά φρούρια που κατασκευάστηκαν τον 17ο αιώνα, επί Λουδοβίκου ΙΔ΄: το Φορ Σαιν-Ζαν (Fort Saint-Jean), στη βόρεια πλευρά, και το Φορ Σαιν-Νικολά (Fort Saint-Nicolas), στη νότια.

Η Νοτρ-Νταμ ντε λα Γκαρντ

Την επομένη ξεκίνησα νωρίς το πρωί για τη Νοτρ-Νταμ ντε λα Γκαρντ (Notre-Dame de la Garde), το σημαντικότερο σύμβολο της Μασσαλίας, που δεσπόζει στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το Παλιό Λιμάνι σε υψόμετρο 150μ. Η σημερινή νεοβυζαντινή βασιλική οικοδομήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανρί-Ζακ Εσπεραντιέ (Henri-Jacques Espérandieu), στη θέση παλαιότερου προσκυνήματος του 1214. Στην κορυφή του καμπαναριού της βρίσκεται το άγαλμα της Παναγίας, ύψους σχεδόν 10μ., κατασκευασμένο από χαλκό και καλυμμένο με φύλλα χρυσού, ορατό σχεδόν από κάθε σημείο της πόλης, ενώ ο  περίβολός της προσφέρει πανοραμική θέα της Μασσαλίας, των ακτών και του θαλάσσιου ορίζοντα.

Μάσκες από το Μεξικό στο Μουσείο Αφρικανικών, Ωκεάνιων και Αμερινδιανών Τεχνών (Centre de la Vieille Charité)

Στη συνέχεια, ενώ περιδιάβαινα για μία ακόμη φορά τα σοκάκια του Λα Πανιέ, βρέθηκα μπροστά στο Κέντρο Βιέιγ Σαριτέ (Centre de la Vieille Charité), ένα αριστούργημα μπαρόκ αρχιτεκτονικής, με τις τέσσερις πτέρυγές του να σχηματίζουν ένα μεγάλο ορθογώνιο, όπου στο κέντρο του δεσπόζει ένα εντυπωσιακό παρεκκλήσι με ελλειπτικό τρούλο. Η ιστορία του αρχίζει το 1640, όταν, στο πλαίσιο της βασιλικής πολιτικής για τον εγκλεισμό των φτωχών και των επαιτών, ο δήμος της Μασσαλίας αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ίδρυμα που θα τους συγκέντρωνε σε έναν ενιαίο χώρο. Ο Μισέλ Φουκώ εντάσσει αυτή την πολιτική στο ευρύτερο φαινόμενο του 17ου αιώνα που περιγράφει στην Ιστορία της τρέλας ως «Μεγάλο Εγκλεισμό» κατά τον οποίο τρελοί, φτωχοί, επαίτες, άεργοι και άλλες κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες εγκλείονται σε ειδικά ιδρύματα. Η κατασκευή του συγκροτήματος ξεκίνησε το 1671 σε σχέδια του μεγάλου γλύπτη και αρχιτέκτονα Πιερ Πυζέ (Pierre Puget), γέννημα της Μασσαλίας. Σήμερα στεγάζει, μεταξύ άλλων, το Μουσείο Αφρικανικών, Ωκεάνιων και Αμερινδιανών Τεχνών (Musée d’Arts Africains, Océaniens, Amérindiens), το Μουσείο Μεσογειακής Αρχαιολογίας (Musée d’Archéologie Méditerranéenne), καθώς και περιοδικές εκθέσεις.  Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Έργο του Γαλλοσύρου καλλιτέχνη Elias Kurdy από περιοδική έκθεση στο Μουσείο Μεσογειακής Αρχαιολογίας (Centre de la Vieille Charité)

Το απόγευμα, στην  πτήση της επιστροφής στη  Αθήνα, διαβάζω το βιβλίο του Σενέκα, Περί πένθους (μτφρ. Θεμιστοκλής Παπαδημόπουλος, Άμμων Εκδοτική). Ο Σενέκας απευθύνει την παρηγορητική του επιστολή, την οποία συνέγραψε γύρω στο 40 μ.Χ., στην Μαρκία, που θρηνούσε επί τρία χρόνια τον θάνατο του γιού της, Μετίλιου. Σε αυτήν, απηχώντας τα λόγια του Σοφοκλή στον Οιδίποδα επί Κολωνώ –«Το καλύτερο απ’ όλα είναι να μη γεννηθεί κανείς. Και αφού γεννηθεί, το δεύτερο καλύτερο είναι να επιστρέψει όσο γίνεται γρηγορότερα εκεί απ’ όπου ήρθε» (στ. 1224-1227)– γράφει τα εξής: «Τίποτα δεν είναι τόσο παραπλανητικό, τίποτα τόσο προδοτικό όσο η ανθρώπινη ζωή. Μα τον Η­ρακλή, αν δεν είχε δοθεί στον άνθρωπο πριν ακόμη να έχει άποψη για το τι είναι, κανείς δεν θα την α­ποδεχόταν. Επομένως, το να μη γεννηθεί κανείς εί­ναι η πιο ευτυχισμένη μοίρα· και το πλησιέστερο σε αυτό είναι να τελειώσει κανείς νωρίς τον αγώνα του και να επιστρέφει στην προγενέστερη ηρεμία» (σ. 80). Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τι εννοεί ο Σενέκας. Η ζωή είναι όντως δύσκολη, γεμάτη πόνο, απογοητεύσεις και απώλειες. Για κάποιους ανθρώπους περισσότερες, για άλλους λιγότερες. Κανένας δεν επιλέγει τον κόσμο στον οποίο γεννιέται και ζει. Ωστόσο, ένα από τα πράγματα που κάνουν τις ζωές μας υποφερτές είναι η ομορφιά της φύσης. Φανταστείτε πόσο δυστυχέστερος θα ήταν ο άνθρωπος χωρίς την ικανότητα να τον αγγίζει ό,τι βλέπει. Ας χαρούμε λοιπόν, σε αυτό το σύντομο διάστημα της παρουσίας μας στη γη, οτιδήποτε όμορφο μας προσφέρει απλόχερα η φύση, από ένα ανθισμένο δέντρο μέχρι ένα επιβλητικό φαράγγι.

Πραγματοποίησα το ταξίδι τον Ιούλιο του 2026.