Φρανσίσκο ντε Βιτόρια, Περί Ινδιάνων (1539) (απόσπασμα: Το δικαίωμα των Ισπανών στη φιλοξενία)

Ο Francisco de Vitoria (1483-1546)
Ο Francisco de Vitoria (1483-1546)

ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ
Περί των νόμιμων λόγων [legitimis titulis] με τους οποίους οι βάρβαροι θα μπορούσαν να περιέλθουν υπό την εξουσία των Ισπανών.

[…] Τώρα θα μιλήσω για τους νόμιμους λόγους, βάσει των οποίων οι βάρβαροι θα μπορούσαν να περιέλθουν υπό την εξουσία των Ισπανών.

1. Ο πρώτος λόγος μπορεί να ονομαστεί εκείνος της φυσικής κοινωνικότητας και επικοινωνίας.

2. Και ως προς αυτό ας διατυπωθεί η πρώτη θέση: οι Ισπανοί έχουν το δικαίωμα να ταξιδεύουν σε εκείνες τις χώρες και να διαμένουν εκεί, χωρίς όμως να προξενούν καμία βλάβη στους βαρβάρους, και δεν μπορούν να εμποδιστούν από αυτούς.

Αυτό αποδεικνύεται, πρώτον, από το δίκαιο των εθνών [ius gentium], το οποίο είτε είναι είτε απορρέει από το φυσικό δίκαιο: «ό,τι η φυσική λογική καθιερώνει μεταξύ όλων των εθνών ονομάζεται δίκαιο των εθνών» (Institutions, I. 2. 1.). Πράγματι, σε όλα τα έθνη θεωρείται απάνθρωπο να μεταχειρίζεται κανείς άσχημα φιλοξενούμενους και ταξιδιώτες χωρίς κάποια ιδιαίτερη αιτία· αντιθέτως, θεωρείται ανθρώπινο και καθήκον να συμπεριφέρεται κανείς καλά προς τους ξένους· πράγμα που δεν θα ίσχυε, αν οι ταξιδιώτες ενεργούσαν με άσχημο τρόπο, επισκεπτόμενοι ξένους λαούς.

Δεύτερον, από την αρχή του κόσμου (όταν όλα ήταν κοινά), επιτρεπόταν στον καθένα να κατευθύνεται και να ταξιδεύει σε οποιαδήποτε περιοχή επιθυμούσε. Και δεν φαίνεται ότι αυτό καταργήθηκε με τη διαίρεση της ιδιοκτησίας· διότι ποτέ δεν υπήρξε πρόθεση των εθνών, με αυτή τη διαίρεση, να καταργήσουν την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων· και ασφαλώς, στους χρόνους του Νώε, κάτι τέτοιο θα ήταν απάνθρωπο.

Τρίτον, επιτρέπονται όλα όσα δεν απαγορεύονται ή δεν συνιστούν αδικία ή βλάβη σε άλλους. Εφόσον, λοιπόν (όπως υποθέτουμε), τέτοια είναι τα ταξίδια των Ισπανών –χωρίς αδικία ή ζημία για τους βαρβάρους– είναι επιτρεπτά.

Τέταρτον, δεν θα ήταν επιτρεπτό στους Γάλλους να εμποδίζουν τους Ισπανούς να ταξιδεύουν στη Γαλλία ή ακόμη και να διαμένουν εκεί, ούτε αντιστρόφως, εφόσον αυτό δεν θα προκαλούσε καμία ζημία ούτε θα συνιστούσε αδικία. Άρα ούτε οι βάρβαροι μπορούν να πράξουν κάτι τέτοιο.

Πέμπτον, η εξορία αποτελεί ποινή, και μάλιστα από τις βαρύτερες. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτό να εκδιώκονται φιλοξενούμενοι χωρίς υπαιτιότητα.

Έκτον, μέρος του πολέμου είναι να εμποδίζει κανείς κάποιους, ως εχθρούς, από μια πόλη ή επαρχία ή να εκδιώκει όσους ήδη βρίσκονται εκεί. Εφόσον, λοιπόν, οι βάρβαροι δεν έχουν δίκαιο πόλεμο εναντίον των Ισπανών –υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί είναι αβλαβείς– δεν τους επιτρέπεται να τους εμποδίζουν από την είσοδο στη χώρα τους.

Έβδομον, συνηγορεί και ο λόγος του ποιητή:

«Τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί;

Ποια τόσο βάρβαρη συνήθεια επιτρέπει αυτή η χώρα;

Μας αρνούνται το φιλόξενο άσυλο της ακτής;» (Βιργίλιος, Αινειάδα 1.539-40)

Όγδοον, «Πᾶν ζῷον ἀγαπᾷ τὸ ὅμοιον αὐτοῦ» (Σοφία Σειράχ 13:15). Φαίνεται, επομένως, ότι η φιλία μεταξύ των ανθρώπων ανήκει στο φυσικό δίκαιο, και είναι αντίθετο προς τη φύση να αποφεύγει κανείς τη συναναστροφή με αβλαβείς ανθρώπους.

Ένατον, λέγεται στο Κατά Ματθαίον: «ήμουν ξένος και δεν με περιμαζέψατε» (Κατά Ματθαίον, 25:43). Εφόσον, λοιπόν, από το φυσικό δίκαιο φαίνεται ότι υπάρχει υποχρέωση υποδοχής των ξένων, αυτή η κρίση του Χριστού θα ισχύσει για όλους.

Δέκατον, «κατά το φυσικό δίκαιο όλα είναι κοινά σε όλους, όπως το τρεχούμενο νερό και η θάλασσα, καθώς επίσης οι ποταμοί και τα λιμάνια· και, κατά το δίκαιο των εθνών, επιτρέπεται να προσορμίζει κανείς με πλοία από οπουδήποτε» (Institutions II. 1. 1-4)· και, για τον ίδιο λόγο, τα πράγματα αυτά φαίνεται να είναι δημόσια. Επομένως, δεν επιτρέπεται να αποκλείεται κανείς από αυτά. Από αυτό συνάγεται ότι οι βάρβαροι θα αδικούσαν τους Ισπανούς, αν τους απέκλειαν από τις χώρες τους.

Ενδέκατον, οι ίδιοι δέχονται όλους τους άλλους βαρβάρους από οπουδήποτε. Άρα θα έπρατταν άδικα αν δεν δέχονταν τους Ισπανούς.

Δωδέκατον, αν δεν επιτρεπόταν στους Ισπανούς να ταξιδεύουν στις χώρες τους, αυτό θα ίσχυε είτε βάσει φυσικού είτε βάσει θείου είτε βάσει ανθρώπινου δικαίου. Βάσει φυσικού και θείου δικαίου ασφαλώς επιτρέπεται. Αν, όμως, υπήρχε ανθρώπινος νόμος που το απαγόρευε χωρίς αιτία αντίθετη προς το φυσικό και θείο δίκαιο, θα ήταν απάνθρωπος και παράλογος και, συνεπώς, δεν θα είχε ισχύ νόμου.

Δέκατον τρίτον, είτε οι Ισπανοί είναι υπήκοοι των βαρβάρων είτε όχι. Αν δεν είναι, τότε δεν μπορούν να τους εμποδίσουν· αν είναι, τότε οφείλουν να τους μεταχειρίζονται καλά.

Δέκατον τέταρτον, οι Ισπανοί είναι ο πλησίον των βαρβάρων, όπως προκύπτει από το Ευαγγέλιο (Κατά Λουκάν, 10) με την παραβολή του Σαμαρείτη· και οφείλουν να αγαπούν τον πλησίον (Κατά Ματθαίον, 22) όπως τον εαυτό τους. Δεν επιτρέπεται, επομένως, να τους αποκλείουν από τη χώρα τους χωρίς λόγο· όπως λέει ο Αυγουστίνος: «Όταν λέγεται “αγάπα τον πλησίον σου”, είναι φανερό ότι κάθε άνθρωπος είναι πλησίον» (De doctrina Christiana I. 30. 32).

3. Δεύτερη θέση: Επιτρέπεται στους Ισπανούς να εμπορεύονται με αυτούς, χωρίς όμως ζημία για τη χώρα τους, δηλαδή να εισάγουν εκεί εμπορεύματα που τους λείπουν και να εξάγουν από εκεί χρυσό ή ασήμι ή άλλα αγαθά στα οποία αυτοί αφθονούν. Και οι άρχοντές τους δεν μπορούν να εμποδίζουν τους υπηκόους τους να συναλλάσσονται με τους Ισπανούς· ούτε, αντιστρόφως, οι άρχοντες των Ισπανών μπορούν να απαγορεύουν το εμπόριο με αυτούς. Αυτό αποδεικνύεται από την πρώτη θέση.

Πρώτον, διότι και αυτό φαίνεται να ανήκει στο δίκαιο των εθνών: ότι οι ξένοι μπορούν να ασκούν εμπόριο χωρίς ζημία των πολιτών.

Δεύτερον, αποδεικνύεται με τον ίδιο τρόπο, αφού αυτό επιτρέπεται και από το θείο δίκαιο. Επομένως, νόμος που θα το απαγόρευε δεν θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, λογικός.

Τρίτον, οι άρχοντες υποχρεούνται, βάσει του φυσικού δικαίου, να αγαπούν τους Ισπανούς. Συνεπώς, δεν τους επιτρέπεται, εφόσον αυτό μπορεί να γίνει χωρίς ζημία για τους ίδιους, να τους αποκλείουν αδικαιολόγητα από τα οφέλη τους.

Τέταρτον, διότι φαίνεται ότι ενεργούν αντίθετα προς το ρητό: «Μην κάνεις στον άλλον ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν».

Και συνοπτικά, είναι βέβαιο ότι οι βάρβαροι δεν μπορούν να εμποδίζουν τους Ισπανούς από το εμπόριό τους περισσότερο απ’ όσο οι χριστιανοί μπορούν να εμποδίζουν άλλους χριστιανούς. Είναι δε σαφές ότι, αν οι Ισπανοί εμπόδιζαν τους Γάλλους να εμπορεύονται στην Ισπανία, όχι για το καλό της Ισπανίας αλλά για να μην ωφεληθούν οι Γάλλοι, ένας τέτοιος νόμος θα ήταν άδικος και αντίθετος προς την αγάπη. Και αν αυτό δεν μπορεί να θεσπιστεί δίκαια με νόμο, δεν μπορεί ούτε να επιβληθεί στην πράξη (διότι ένας νόμος δεν είναι άδικος παρά λόγω της εφαρμογής του). Και, όπως λέγεται, «η φύση έχει θεσπίσει έναν ορισμένο δεσμό συγγένειας μεταξύ όλων των ανθρώπων» (Digest I. 1. 3). Επομένως, είναι αντίθετο προς το φυσικό δίκαιο ο άνθρωπος να στρέφεται κατά του ανθρώπου χωρίς λόγο· «ο άνθρωπος δεν είναι λύκος για τον άνθρωπο», όπως λέει ο Οβίδιος, «αλλά άνθρωπος».

4. Τρίτη θέση: Εάν υπάρχουν πράγματα μεταξύ των βαρβάρων κοινά τόσο στους πολίτες όσο και στους ξένους, δεν επιτρέπεται στους βαρβάρους να εμποδίζουν τους Ισπανούς από τη χρήση και συμμετοχή σε αυτά. Για παράδειγμα, αν επιτρέπεται σε άλλους ξένους να εξορύσσουν χρυσό σε κοινή γη ή από ποτάμια ή να αλιεύουν μαργαριτάρια στη θάλασσα ή στα ποτάμια, οι βάρβαροι δεν μπορούν να το απαγορεύσουν στους Ισπανούς, αλλά μόνο να τους υπάγουν στους ίδιους όρους που ισχύουν για τους άλλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επιβαρύνονται οι πολίτες και οι αυτόχθονες κάτοικοι. Αυτά αποδεικνύονται από την πρώτη και τη δεύτερη θέση. Διότι, αν επιτρέπεται στους Ισπανούς να ταξιδεύουν και να εμπορεύονται σε αυτές τις χώρες, τότε τους επιτρέπεται και να κάνουν χρήση των νόμων και των ωφελημάτων που ισχύουν για όλους τους ξένους.

Δεύτερον, όσα δεν ανήκουν σε κανέναν, κατά το δίκαιο των εθνών ανήκουν σε εκείνον που τα καταλαμβάνει (Institutions II. 1. 12). Επομένως, αν ο χρυσός στη γη ή τα μαργαριτάρια στη θάλασσα ή οτιδήποτε άλλο στα ποτάμια δεν έχει καταστεί αντικείμενο ιδιοποίησης, ανήκει, κατά το δίκαιο των εθνών, σε εκείνον που το καταλαμβάνει, όπως και τα ψάρια στη θάλασσα. Και πράγματι, πολλά από αυτά φαίνεται να απορρέουν από το δίκαιο των εθνών, το οποίο, επειδή προέρχεται επαρκώς από το φυσικό δίκαιο, έχει σαφή ισχύ να απονέμει δικαιώματα και να δημιουργεί υποχρεώσεις. Και ακόμη κι αν δεν απορρέει πάντοτε από το φυσικό δίκαιο, φαίνεται επαρκής η συναίνεση του μεγαλύτερου μέρους της οικουμένης, ιδίως προς όφελος του κοινού καλού. Διότι, αν μετά τις πρώτες εποχές της δημιουργίας του κόσμου ή της αναδημιουργίας του μετά τον κατακλυσμό, η πλειονότητα των ανθρώπων όρισε ότι οι απεσταλμένοι θα είναι παντού απαραβίαστοι, ότι η θάλασσα θα είναι κοινή, ότι οι αιχμάλωτοι πολέμου θα είναι δούλοι, και ότι αυτό είναι ωφέλιμο, ώστε να μην εκδιώκονται οι ξένοι, τότε αυτό θα είχε ισχύ, ακόμη και αν κάποιοι διαφωνούσαν.

5. Τέταρτη θέση: Μάλιστα, αν από κάποιον Ισπανό γεννηθούν εκεί παιδιά και θελήσουν να είναι πολίτες, δεν φαίνεται ότι μπορούν να αποκλειστούν ούτε από την ιδιότητα του πολίτη ούτε από τα δικαιώματα των άλλων πολιτών – εννοώ όταν οι γονείς έχουν εκεί την κατοικία τους. Αυτό αποδεικνύεται, διότι φαίνεται να ανήκει στο δίκαιο των εθνών ότι πολίτης θεωρείται και είναι όποιος έχει γεννηθεί σε μια πόλη (Codex X. 40. 7). Και ενισχύεται από το ότι, αφού ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ον, όποιος γεννιέται σε μια πόλη δεν είναι πολίτης άλλης πόλης. Αν, λοιπόν, δεν ήταν πολίτης αυτής, δεν θα ήταν πολίτης καμίας πόλης, πράγμα που θα αντέβαινε στο φυσικό δίκαιο και στο δίκαιο των εθνών.

Επιπλέον, αν κάποιοι ήθελαν να εγκατασταθούν σε κάποια από τις πόλεις τους, είτε λαμβάνοντας σύζυγο είτε με άλλον τρόπο με τον οποίο οι ξένοι συνήθως καθίστανται πολίτες, δεν φαίνεται ότι μπορούν να εμποδιστούν περισσότερο από τους άλλους· και, συνεπώς, να απολαμβάνουν τα προνόμια των πολιτών, όπως και οι λοιποί, εφόσον βεβαίως αναλαμβάνουν και τα αντίστοιχα βάρη. Συνηγορεί επίσης το ότι η φιλοξενία επαινείται: «φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους» (Α΄ Πέτρου 4:9)· και για τον επίσκοπο: «πρέπει ο επίσκοπος να είναι […] φιλόξενος» (Προς Τιμόθεον Α΄ 3:2). Επομένως, το να μη θέλει κανείς να δέχεται ξένους και φιλοξενούμενους είναι καθεαυτό κακό.

6. Πέμπτη θέση: Αν οι βάρβαροι θελήσουν να εμποδίσουν τους Ισπανούς στα προαναφερθέντα δικαιώματα που απορρέουν από το δίκαιο των εθνών, όπως, λόγου χάρη, στο εμπόριο ή σε άλλα που έχουν ήδη αναφερθεί, οι Ισπανοί οφείλουν πρώτα, με λογικά επιχειρήματα και με πειθώ, να άρουν την αιτία της σύγκρουσης και να δείξουν με κάθε τρόπο ότι δεν έρχονται για να τους βλάψουν, αλλά ότι επιθυμούν ειρηνικά να φιλοξενηθούν και να ταξιδεύσουν χωρίς να τους προξενήσουν καμία βλάβη· και αυτό να το αποδείξουν όχι μόνο με λόγια, αλλά και με επιχειρήματα, σύμφωνα με το ρητό: «Οι συνετοί πρέπει πρώτα να δοκιμάζουν τα πάντα» (Τερέντιος, Eunuchus, 789). Εάν όμως, αφού δοθούν εξηγήσεις, οι βάρβαροι δεν πειστούν αλλά θελήσουν να ενεργήσουν με βία, οι Ισπανοί μπορούν να αμυνθούν και να πράξουν όλα όσα είναι αναγκαία για την ασφάλειά τους, διότι επιτρέπεται να αποκρούει κανείς τη βία με βία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, αν δεν μπορούν αλλιώς να είναι ασφαλείς, μπορούν να οικοδομήσουν οχυρώσεις και, αν υποστούν αδικία, να ζητήσουν αποκατάσταση μέσω πολέμου, κατόπιν εξουσιοδότησης του ηγεμόνα, και να ασκήσουν τα λοιπά δικαιώματα του πολέμου. Αυτό αποδεικνύεται, διότι αιτία του δίκαιου πολέμου είναι η απόκρουση και η αποκατάσταση της αδικίας, όπως έχει ήδη λεχθεί με βάση τον Θωμά Ακινάτη (Summa Theologiae, II-II, 40.1). Αλλά οι βάρβαροι, εμποδίζοντας τους Ισπανούς στα δικαιώματα που απορρέουν από το δίκαιο των εθνών, τους αδικούν. Επομένως, αν είναι αναγκαίο να διεξαγάγουν πόλεμο για να διασφαλίσουν το δικαίωμά τους, μπορούν να το πράξουν νόμιμα.

Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι, επειδή αυτοί οι βάρβαροι είναι εκ φύσεως φοβικοί και, επιπλέον, απλοϊκοί και αδαείς, όσο κι αν οι Ισπανοί επιχειρούν να τους απαλλάξουν από τον φόβο και να τους πείσουν για τις ειρηνικές τους προθέσεις, εκείνοι μπορούν ωστόσο δικαιολογημένα να φοβούνται, βλέποντας ανθρώπους ξένους ως προς τα ήθη, οπλισμένους και πολύ ισχυρότερους από τους ίδιους. Και γι’ αυτό, αν, κινούμενοι από αυτόν τον φόβο, σπεύσουν να επιτεθούν ή να σκοτώσουν τους Ισπανούς, επιτρέπεται βεβαίως στους Ισπανούς να αμυνθούν, τηρώντας το μέτρο της αναιτίως άμεμπτης άμυνας· δεν επιτρέπεται όμως να ασκήσουν εναντίον τους άλλα δικαιώματα πολέμου, όπως, αφού επιτύχουν νίκη και ασφάλεια, να τους θανατώσουν ή να τους λεηλατήσουν ή να καταλάβουν τις πόλεις τους, διότι στην περίπτωση αυτή είναι αθώοι και δικαιολογημένα φοβούνται, όπως υποθέτουμε. Συνεπώς, οι Ισπανοί οφείλουν να προστατεύουν τον εαυτό τους, αλλά, όσο είναι δυνατόν, με τη μικρότερη δυνατή βλάβη για εκείνους, διότι πρόκειται μόνο για αμυντικό πόλεμο.

Και δεν είναι παράδοξο ότι, όταν από τη μία πλευρά υπάρχει δίκαιο και από την άλλη ανίκητη άγνοια, ο πόλεμος μπορεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη. Όπως, για παράδειγμα, οι Γάλλοι κατέχουν τη Βουργουνδία με εύλογη άγνοια, πιστεύοντας ότι τους ανήκει, ενώ ο αυτοκράτοράς μας έχει βέβαιο δικαίωμα επ’ αυτής της επαρχίας και μπορεί να την διεκδικήσει με πόλεμο, ενώ εκείνοι να την υπερασπιστούν, έτσι μπορεί να συμβεί και με τους βαρβάρους· και αυτό πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Διότι άλλα είναι τα δικαιώματα του πολέμου έναντι ανθρώπων πραγματικά ενόχων και αδίκων και άλλα έναντι αθώων και αδαών, όπως και διαφορετικά πρέπει να αποφεύγεται το σκάνδαλο των Φαρισαίων και διαφορετικά των μικρών και ασθενών.

7. Έκτη θέση: Εάν, αφού εξαντληθούν όλα τα μέσα, οι Ισπανοί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν με τους βαρβάρους ασφάλεια παρά μόνο με την κατάληψη πόλεων και την υποταγή τους, τότε μπορούν να το πράξουν και αυτό νόμιμα. Αυτό αποδεικνύεται, διότι ο σκοπός του πολέμου είναι η ειρήνη και η ασφάλεια, όπως λέει ο Αυγουστίνος στην επιστολή του προς τον Βονιφάτιο (Ep. 189.6). Εφόσον, λοιπόν (όπως έχει λεχθεί), επιτρέπεται στους Ισπανούς να αναλάβουν πόλεμο ή, αν χρειαστεί, να τον διεξαγάγουν, επιτρέπεται, συνεπώς, να πράξουν όλα όσα είναι αναγκαία για τον σκοπό του πολέμου, δηλαδή για την επίτευξη της ασφάλειας και της ειρήνης.

9. Έβδομο συμπέρασμα: Μάλιστα, αν, αφού οι Ισπανοί έχουν, με κάθε επιμέλεια και τόσο με έργα όσο και με λόγια, καταστήσει σαφές ότι δεν ευθύνονται οι ίδιοι για το ότι οι βάρβαροι δεν μπορούν να ζουν ειρηνικά και χωρίς ζημία στα αγαθά τους, οι τελευταίοι, παρ’ όλα αυτά, επιμένουν στην κακή τους στάση και επιδιώκουν την καταστροφή των Ισπανών, τότε μπορούν πλέον να τους αντιμετωπίζουν όχι ως αθώους, αλλά ως δόλιους εχθρούς και να ασκούν εναντίον τους όλα τα δικαιώματα του πολέμου: να τους λεηλατούν, να τους αιχμαλωτίζουν, να καθαιρούν τους προηγούμενους άρχοντές τους και να εγκαθιστούν νέους, πάντοτε όμως με μέτρο, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης και των αδικιών. Το συμπέρασμα αυτό είναι προφανές, διότι, αν επιτρέπεται να κηρύξουν πόλεμο, επιτρέπεται και να ασκήσουν τα δικαιώματα του πολέμου. Και επιβεβαιώνεται, διότι δεν πρέπει να βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση επειδή είναι άπιστοι· όλα αυτά θα επιτρέπονταν και κατά χριστιανών, αν ο πόλεμος ήταν δίκαιος. Επομένως, επιτρέπονται και εναντίον αυτών. Επιπλέον, αποτελεί γενικό κανόνα του δικαίου των εθνών ότι όσα καταλαμβάνονται στον πόλεμο ανήκουν στον νικητή, όπως αναφέρεται στους νόμους De captiuis και Si quid in bello (Digest XLIX. 15. 28 και 24), στον κανόνα Ius gentium (Decretum D.l. 9), και ακόμη σαφέστερα στον νόμο Item ea quae ab hostibus (Institutions II. 1. 17), όπου λέγεται ότι «κατά το δίκαιο των εθνών, όσα λαμβάνουμε από τους εχθρούς καθίστανται αμέσως δικά μας, ώστε ακόμη και άνθρωποι να περιέρχονται στη δουλεία μας». Επιπλέον, όπως διδάσκουν οι νομικοί στο ζήτημα του πολέμου, ο ηγεμόνας που διεξάγει δίκαιο πόλεμο είναι εκ του νόμου κριτής των εχθρών και μπορεί να τους τιμωρεί και να τους καταδικάζει αναλόγως της αδικίας. Και όλα τα παραπάνω ενισχύονται από το ότι οι πρέσβεις είναι απαραβίαστοι κατά το δίκαιο των εθνών, και οι Ισπανοί είναι απεσταλμένοι των χριστιανών· επομένως, οι βάρβαροι οφείλουν τουλάχιστον να τους ακούνε ευμενώς και να μην τους απορρίπτουν. Αυτός, λοιπόν, είναι ο πρώτος λόγος βάσει του οποίου οι Ισπανοί μπορούσαν να καταλάβουν τις χώρες και την εξουσία των βαρβάρων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό γίνεται χωρίς δόλο και απάτη και ότι δεν επινοούνται προσχηματικές αιτίες πολέμου. Διότι, αν οι βάρβαροι επέτρεπαν στους Ισπανούς να εμπορεύονται ειρηνικά μεταξύ τους, οι Ισπανοί δεν θα μπορούσαν από αυτή την άποψη να προβάλλουν καμία δίκαιη αιτία για την κατάληψη των αγαθών τους, περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν έναντι άλλων χριστιανών.[1]


[1] Το απόσπασμα προέρχεται από το Francisco de Victoria, De Indis et De iure belli relectiones, επιμ. Ernest Nys,  Ουάσινγκτον: Carnegie Institution, 1917, σσ. 256-262· ανευρίσκεται στο https://archive.org/details/franciscidevicto0000vito/page/6/mode/2up. Για τη μετάφραση του κειμένου από τα λατινικά χρησιμοποιήθηκε το ChatGPT, ενώ η στοιχειώδης επιμέλεια πραγματοποιήθηκε από τον Γεράσιμο Κακολύρη.